Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Παρακολουθώντας την κυβερνητική δραστηριότητα, παρατηρεί κανείς μια αδυναμία των στελεχών της να βρουν αυτό που λέει ο απλός πολίτης, κοινή περπατησιά. Οι υπουργοί κάνουν ότι τους κατέβει και τα περί προγραμματικών θέσεων και υποσχέσεων αποτελούν ίσως το πιο πρόσφατο σύντομο ανέκδοτο.

Από που να ξεκινήσει κανείς και που να τελειώσει. Από τη νίλα των θρησκευτικών και τη θύελλα που προκάλεσε, μέχρι την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, που τα απόνερα τους επέφεραν ένα βαρύτατο πλήγμα στο χώρο της δικαιοσύνης, που ενεπλάκη ως μη όφειλε στις πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Η συνάντηση αυτή καθ’ αυτή των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων με τον Α. Τσίπρα δεν ήταν το πρόβλημα, η συζήτηση όμως του μισθολογίου των δικαστών και κυρίως η υπόσχεση των αυξήσεων για τους συμμετέχοντες στη σύσκεψη στο μέγαρο Μαξίμου, ήταν αυτή που δικαιολογημένα προκάλεσε την κοινή γνώμη.

Κι όλα αυτά την ώρα  που μισθωτοί, συνταξιούχοι, άνεργοι, μικρομεσαίοι και ελεύθεροι επαγγελματίες σηκώνουν τον σταυρό του μαρτυρίου και ζουν ο καθένας χωριστά τον δικό του Γολγοθά, και λίγα εικοσιτετράωρα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό των συνταξιούχων και τον ψεκασμό τους με χημικά.

Οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων με την ανακοίνωσή τους που ακολούθησε, δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ότι η συζήτηση που έκαναν για τα μισθολογικά τους, παρακάμπτοντας τις δικαστικές ενώσεις, ήταν ατόπημα μια και τα συνδικαλιστικά όργανα του κλάδου, από τον Απρίλιο περιμένουν το ραντεβού που έχουν ζητήσει από τον Α. Τσίπρα.

Και βεβαίως ο χρόνος που έγινε η συνάντηση, λίγες ημέρες μετά την αναβολή επ’ αόριστο με πρωτοβουλία του προέδρου του ΣτΕ της συζήτησης στην ολομέλεια  του θέματος της συνταγματικότητας, της μεταβίβασης της αρμοδιότητας από το ΕΣΡ, που ουσιαστικά καταργήθηκε, στο πρόσωπο του υπουργού Επικρατείας, με το αιτιολογικό ότι το κλίμα δεν επέτρεπε την διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας, καθώς και η νεότερη δήλωσή του Προέδρου του ΣτΕ ότι έχει ευθύνη να μην χειραγωγούνται οι δικαστές του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και απορίες.

Όλα αυτά πλήττουν καίρια τον θεσμό της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να παραμείνει ανέπαφη από την πολιτική διαπάλη και οι ανώτατοι δικαστικοί  όφειλαν να τον διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού, μια και εδώ ισχύει αυτό που σοφά λέγεται, ότι η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει, όχι μονάχα να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται.

Η σύνδεση των μισθολογικών των ανώτατων δικαστικών με την υπόθεση της επ’ αόριστον αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης των αδειών, ήταν αναπότρεπτη με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη να βλέπει με καχυποψία την έδρα, που μέχρι τώρα είχε καταφέρει να μείνει έξω από τα πολιτικά τεκταινόμενα.

Όμως και η κυβέρνηση είναι άμεσα εμπλεκόμενη μια και εμφανίζεται με πρόθεση να ποδηγετήσει την δικαιοσύνη. Σε μια περίοδο που οι βουλευτές της πλειοψηφίας ψηφίζουν εν μια νυκτί νομοσχέδια πεντακοσίων και πλέον σελίδων, δίνοντας την εικόνα αγέλης και όχι βουλευόμενων εκπροσώπων των πολιτών, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους όσα υποστήριζαν προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία, τότε έχουμε μια σοβαρή δυσαρμονία του εκλογικού σώματος και των εκπροσώπων του.

Βεβαίως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα γι’ αυτούς, που έχουν εξασφαλίσει πάνω από 7.000 ευρώ αποζημίωση το μήνα, αυτοκίνητο με πληρωμένα τα έξοδα, αστυνομικούς και πέντε υπαλλήλους να τους υπηρετούν. Γιατί να νοιαστούν για τον συνταξιούχο που έχασε το ΕΚΑΣ, γιατί να αφουγκρασθούν τον μισθωτό που σηκώνει υπέρμετρα φορολογικά βάρη;

Την ίδια ώρα τα πράγματα, τόσο στο οικονομικό πεδίο, όσο και σε αυτό που αφορά την ασφάλεια της χώρας γίνονται καθημερινά όλο και πιο δύσκολα. Ήδη ο Ε. Τσακαλώτος πήγε στην Ουάσιγκτον για μαλλί και γυρίζει κουρεμένος. Το ΔΝΤ ζητάει την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς ανάμεσα σε παλιούς και νέους συνταξιούχους, που σημαίνει στην πράξη νέες σημαντικές περικοπές σε όσους είναι απόμαχοι της εργασίας.

Παράλληλα ζητάει μεγάλη μείωση του αφορολογήτου και παρεμβάσεις σε απολύσεις και απεργίες. Επανέρχεται δηλ. το σενάριο της απελευθέρωσης των απολύσεων και του περιορισμού των απεργιών μέσω της κήρυξής τους από την πλειοψηφία των εργαζομένων στον κάθε κλάδο.

Ταυτόχρονα η ρύθμιση του χρέους, που διακαώς επιθυμεί το Μαξίμου δεν φαίνεται ορατή, μια και ο Β. Σόιμπλε αποκλείει κάθε συζήτηση πριν από τις γερμανικές εκλογές το φθινόπωρο του 2017. Στην κόψη του ξυραφιού βρίσκεται και η δεύτερη αξιολόγηση μια και η κυβέρνηση τώρα τρέχει να κλείσει τα ανοικτά προαπαιτούμενα για να πάρει την δεύτερη δόση των 2,8 δις ευρώ.

Όμως το γεγονός ότι ο Ρ.Τ. Ερντογάν αμφισβήτησε  την συνθήκη της Λωζάνης, σε συνδυασμό  με την υπέρμετρη δραστηριότητα τουρκικών υποβρυχίων σε όλο το μήκος του Αιγαίου τον Σεπτέμβριο, δεν είναι απλά λόγια, μια και συνοδεύονται από αντίστοιχες στρατιωτικές κινητοποιήσεις, παράλληλες με αυτές της πολεμικής τους αεροπορίας, που δεν υπολογίζουν όχι απλά τα δέκα μίλια του ελληνικού εναερίου χώρου, αλλά ούτε καν τα έξι, δημιουργούν ανησυχίες, που η κυβερνητική άποψη ότι γίνονται για εσωτερικούς λόγους δεν πείθει, όσους δεν βλέπουν με  κομματικές παρωπίδες τα γεγονότα.

Η χώρα είναι έρμαιο μανιασμένων κυμάτων και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ περί άλλα τυρβάζουν κι αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο…