Ο πολύπειρος και πεισματάρης Γερμανός πολιτικός πίστευε ότι ο Σύριζα είτε θα υποχρεωνόταν να κάνει σοβαρές μεταρρυθμίσεις, είτε θα οδηγούσε την Ελλάδα εκτός ευρώ –που ήταν και ο απώτερος στόχος του Β. Σόϊμπλε…

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ  Χ. ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

Εβδομηνταπεντάχρονος σήμερα, ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε είναι ο βετεράνος-αλεπού της πολιτικής της Γερμανίας. Τα σοβαρότερα πολιτικά του διαπιστευτήρια τα έδωσε το 1990, όταν ως υπουργός Ειδικών Υποθέσεων της κυβέρνησης του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ ανέλαβε επικεφαλής της ομάδας που θα διαπραγματευόταν με τους Ανατολικογερμανούς την επανένωση των δύο Γερμανιών.

Τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, στο Μόναχο, μού τον γνώρισε ο Γερμανός συνάδελφος Γκούντερ Βαγκενλένερ, τότε γενικός γραμματέας της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων – ο οποίος ήταν και ο τελευταίος Γερμανός αιχμάλωτος στρατιώτης που απελευθερώθηκε από τους Σοβιετικούς.

Υπενθυμίζω ότι έναν μήνα αργότερα, στην διάρκεια προεκλογικής εκδήλωσης, ο Β. Σόϊμπλε δεχόταν τρεις πυροβολισμούς από τον Ντίτερ Κάουφμαν, με αποτέλεσμα να υποστεί πολύ σοβαρές βλάβες στο πρόσωπο και στην σπονδυλική του στήλη. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο είχα προλάβει να ανταλλάξω κάποιες απόψεις μαζί του, τόσο ως προς το οικονομικό κόστος της επανένωσης των δύο Γερμανιών όσο και αναφορικά με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και την πιθανή ολοκλήρωσή της έως το τέλος του 20ου αιώνα.

Σπεύδω να τονίσω ότι ο Β. Σόϊμπλε, αν και ακραιφνής φιλοευρωπαίος, δεν πολυπίστευε στην επιτυχία του εγχειρήματος για την δημιουργία μίας ενιαίας αγοράς. Πίστευε ότι οι διαφορές που υπήρχαν μεταξύ των χωρών μελών θα δημιουργούσαν προβλήματα και ήταν από τότε υπέρμαχος της Ευρώπης των δύο ταχυτήτων. Είχε δε διατυπώσει επισήμως αυτή του την άποψη σε ένα κοινό άρθρο του με τον Γερμανό Χριστιανοδημοκράτη ευρωβουλευτή Καρλ Λάμερς, το οποίο στην εποχή του είχε κάνει πολύ θόρυβο. Την ιδέα αυτή ο σημερινός υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας δεν την έχει ποτέ εγκαταλείψει.

Αυτός είναι και ο λόγος που το 2011 συμβούλεψε τον Ευάγγελο Βενιζέλο, υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας, να εξετάσει την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη για μερικά χρόνια, προσφέροντας και οικονομική βοήθεια για να γίνει το βήμα αυτό. Κατά την άποψη του Β. Σόϊμπλε ήταν (και είναι) δύσκολο για την χώρα μας να λύσει τα οικονομικά της προβλήματα χωρίς μεταρρυθμίσεις και δίχως το εργαλείο της υποτίμησης του νομίσματος.

Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθούν τότε τα χειρότερα για την ευρωζώνη, ο Γερμανός υπουργός είχε προτείνει ανθρωπιστική βοήθεια, ενίσχυση των επενδύσεων μέσω του ΕΣΠΑ και διευκολύνσεις για επενδύσεις στον εθνικό πλούτο από funds του εξωτερικού. Με πιο απλά λόγια, με βάση την εμπειρία του από την ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας στην Δυτική, πρότεινε μία παρόμοια συνταγή, κρίνοντας μάλλον αθεράπευτες τις στρεβλώσεις του ελληνικού πελατειακού κράτους.

Όμως, μετά την απόρριψη των προτάσεών του από τον Ευ. Βενιζέλο, στο μυαλό του Β. Σόϊμπλε άρχιζε να ωριμάζει η ιδέα ότι στην Ελλάδα έπρεπε να «πέσει» μία κεντροδεξιά κυβέρνηση που δεν ήθελε να κάνει παραγωγικές μεταρρυθμίσεις και να αντικατασταθεί με μία κυβέρνηση αριστερή, η οποία, ούσα αντιμνημονιακή, θα έφευγε από μόνη της από την ευρωζώνη. Και από την άποψη αυτή, όπως μάς πληροφόρησε πρόσωπο που γνωρίζει καλά τον Γερμανό υπουργό Οικονομίας, ο τελευταίος μετά τα πρώτα δείγματα γραφής από τον ομόλογό του τότε Γ. Βαρουφάκη, δεν έκρυβε την ικανοποίησή του για τα μέλλοντα να συμβούν.

Όπως γράφει ο καθηγητής Πάνος Καζάκος στο τελευταίο βιβλίο του Η Δραχμή (Δεν) Θα είναι Λύση (εκδόσεις Επίκεντρο), «σύμφωνα με όσα σήμερα γνωρίζουμε, το 2015 έγιναν σκέψεις για επιστροφή στην δραχμή και άλλες λύσεις σε ελληνικούς κυβερνητικούς θυλάκους, αλλά δεν ωρίμασαν, ούτε κατέληξαν σε συγκεκριμένα σχέδια δράσης. Μία ομάδα εργασίας λειτουργούσε υπό την εποπτεία του Γ. Βαρουφάκη.

Την έκδοση νέου νομίσματος προετοίμαζε, όμως, καθώς φαίνεται, και άλλη μικρή ομάδα στελεχών της τότε κυβέρνησης. Είχαν γίνει ταξίδια σε χώρες της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να συναφθούν συμφωνίες για την προμήθεια καυσίμων, φαρμάκων και κρέατος, καθώς και επισκέψεις σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην έκδοση νομισμάτων. Άλλοι υπουργοί αναζητούσαν εξωτερικούς πόρους, π.χ. από την Ρωσία, για την αντιμετώπιση των πρώτων δυσκολιών μετά από τυχόν απόφαση για έκδοση νέου νομίσματος».

Το αποκορύφωμα έτσι όλων των παραπάνω μεθοδεύσεων ήταν όταν, στις 10 Ιουλίου 2015, ήλθε επίσημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων γερμανική πρόταση για «προσωρινή» έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Η ελληνική πλευρά ήταν και τις δύο φορές, το 2011-2012 και το 2015, απροετοίμαστη για αυτό το ενδεχόμενο, μολονότι εκεί οδηγούσε η μη εφαρμογή του δεύτερου μνημονίου.

Όπως δήλωνε ο Γ. Βαρουφάκης, «εργασθήκαμε θεωρητικά και επί χάρτου όσα έπρεπε να γίνουν σε περίπτωση αλλαγής νομίσματος. Αλλά είναι άλλο πράγμα να το κάνεις αυτό σε επίπεδο 4-5 ανθρώπων και εντελώς διαφορετικό να προετοιμάσεις την χώρα γι’ αυτό. Για να προετοιμασθεί η χώρα χρειαζόταν μία εκτελεστική απόφαση και η απόφαση αυτή δεν ελήφθη ποτέ».

Είναι έτσι γεγονός ότι η περίφημη «κωλοτούμπα» του Αλέξη Τσίπρα μετά το δημοψήφισμα και η από μέρους του αποδοχή και υπογραφή του τρίτου μνημονίου, κάθε άλλο παρά ικανοποίησαν τον Β.Σόϊμπλε. Γι’ αυτό και, παρά τα όσα δημοσίως λέει, επιμένει στην θέση του περί Ευρώπη δύο ή τριών ταχυτήτων και θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι μία «αθεράπευτη περίπτωση». Ωστόσο, στην παρούσα διεθνή συγκυρία όπου οι ΗΠΑ εμμέσως πλην σαφώς κήρυξαν πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, συνειδητοποιεί ότι η κυβέρνηση των Συριζανέλ μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Κατά συνέπεια, στο μέτρο που ετοιμάζεται να πει «ναι σε όλα» στην δεύτερη αξιολόγηση, μαθαίνουμε από πολύ σοβαρή και έγκυρη πηγή ότι ο Β. Σόϊμπλε κάποιο δωράκι έχει υποσχθεί στον πρωθυπουργό μας. Προφανώς δε, θα το μάθουμε τις εβδομάδες που έρχονται.