Η ιστορία του Μακεδονικού μπορεί να καταγραφεί σαν την εκδίκηση της «βαθιάς Δεξιάς». Ο Μητσοτάκης δείχνοντας μια εντυπωσιακή έλλειψη αυτοπεποίθησης απορροφήθηκε σταδιακά από την κουλτούρα και τις φοβίες του βαθέος συντηρητισμού. Αντί να φιλελευθεροποιήσει το κόμμα του, μάλλον μεταμορφώνεται ο ίδιος…

Του ΝΙΚΟΥ  ΜΑΡΑΤΖΙΔΗ*


Αν τους τελευταίους μήνες δεν ακούσατε από κάποιον γνωστό σας τη φράση: «δεν τραβάει ο Κυριάκος» αυτό σημαίνει δύο πράγματα: είτε δεν έχετε κάποιον δεξιό στο περιβάλλον σας είτε δεν συζητάτε ποτέ πολιτικά. Ιδιαίτερα αν, όπως εγώ, είστε κάτοικος βορειοελλαδικής πόλης τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχετε ακούσει και όλη την επιχειρηματολογία που συνοδεύει την παραπάνω φράση.
Κι όμως, κανείς από τους βασικούς δείκτες δεν συμβαδίζει με την προβαλλόμενη εικόνα της «αδυναμίας» Μητσοτακη
Πρώτον, σε όλες τις δημοσκοπήσεις η ΝΔ προηγείται σταθερά τον τελευταίο χρόνο με διψήφια ή σχεδόν διψήφια διαφορά. Σπάνια στο παρελθόν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης είχε καταγράψει τέτοιο δημοσκοπικό προβάδισμα πολλούς μήνες πριν τις προγραμματισμένες εκλογές (θυμίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014 λίγους μήνες ή και εβδομάδες πριν από τις εκλογές είχε ένα προβάδισμα που κυμαινόταν από 3 έως 7 μονάδες το μέγιστο).
Δεύτερον, ο πρόεδρος της ΝΔ προηγείται σαφώς του Αλ. Τσίπρα στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, στοιχείο όχι συνηθισμένο για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τρίτον, παρά το κλείσιμο της ψαλίδας των τελευταίων μηνών και την αύξηση της συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ, η δημοσκοπική εικόνα της κυβέρνησης συνεχίζει να είναι μέτρια έως κακή, σε τέτοιο βαθμό που μόνο η μειοψηφία της κοινής γνώμης πιστεύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Κι όμως, ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η φράση «δεν τραβάει ο Κυριάκος» έγινε το βασικό μότο στα χείλη των νεοδημοκρατών τους τελευταίους μήνες. Από πολλούς, η παραπάνω φράση αποδόθηκε στον καραμανλικό πυρήνα του κόμματος. Χωρίς να είναι λάθος, η παραπάνω προσέγγιση δεν αποτυπώνει επαρκώς τι συμβαίνει. Ας μην κοροϊδευόμαστε άλλο, η χώρα μας είναι μικρή.

Είναι προφανές, σε μένα τουλάχιστον, πως η συντηρητική βάση της ΝΔ και κυρίως ο βασικός όγκος του παραδοσιακού στελεχικού της δυναμικού και των αιρετών του κόμματος, που ανήκει σε αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε λαϊκή Δεξιά, δεν αντέχει τις φιλελεύθερες συντεταγμένες, που ο πρόεδρος της ΝΔ προσπάθησε να προωθήσει. Ο κόσμος αυτός μάλλον δεν ψάχνει πολιτικούς ηγέτες μετριοπαθείς και μεταρρυθμιστές, ψάχνει φυλάρχους ή γενάρχες που να καλούν σε πολεμική εκστρατεία. Αυτός ο κόσμος ψάχνει το προνεοτερικό συναίσθημα στη σχέση του με την πολιτική, όπως ο εξαρτημένος από ουσίες οργανισμός.

Αυτό που συνέβη στο Μακεδονικό είναι χαρακτηριστικό. Στην πραγματικότητα, το πιο συντηρητικό και δεξιό κομμάτι της βάσης του κόμματος κατάπιε την όποια φιλελεύθερη ρητορική της ηγεσίας του. Οι φιλελεύθεροι κεντροδεξιοί πολιτικοί (με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις όπως για παράδειγμα αυτή του Κώστα Μπακογιάννη) κρύφτηκαν. Ως γνωστόν, οι αστοί πολιτικοί έχουν καρδιά καρδερίνας, δεν αντέχουν στα δύσκολα.

Η ιστορία του Μακεδονικού μπορεί να καταγραφεί σαν την εκδίκηση της «βαθιάς Δεξιάς». Ο Μητσοτάκης, δείχνοντας μια εντυπωσιακή έλλειψη αυτοπεποίθησης, απορροφήθηκε σταδιακά από την κουλτούρα και τις φοβίες του βαθέος ελληνικού συντηρητισμού. Οι φήμες για δημιουργία νέου κόμματος στα δεξιά της ΝΔ με πρωταγωνιστές ανθρώπους από τη Βόρεια Ελλάδα αποσταθεροποίησαν την ηγεσία της ΝΔ και ενίσχυσαν τα αισθήματα αβεβαιότητας που την έζωσαν τους τελευταίους μήνες.

Μέσα σε μερικές εβδομάδες ο Μητσοτάκης προσέγγισε σταδιακά τη σκληρή εθνικόφρονα γραμμή, που είναι ερώτημα αν την πιστεύει έστω και στο ελάχιστο. Αντί να φιλελευθεροποιήσει το κόμμα του, ο Μητσοτάκης, φοβάμαι εντέλει, μήπως μεταμορφώνεται ο ίδιος.
Η σταδιακή κατάρρευση κάθε αντίστασης της ηγεσίας έναντι των δεξιών εθνικολαϊκιστών, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην υπόθεση του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης, έγινε γρήγορα αντιληπτή από τους βουλευτές της ΝΔ και τους άλλους αιρετούς του κόμματος περιφερειάρχες και δημάρχους στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίοι μυρίζονται τον εκλογικό κίνδυνο όπως οι καρχαρίες το αίμα.

Όλοι προσήλθαν για να προσκυνήσουν στη χάρη του εθνικολαϊκιστή ψηφοφόρου. Άλλοι από κυνισμό, άλλοι από άποψη και άλλοι απλώς από φόβο και ανασφάλεια έτρεξαν να δηλώσουν το παρών. Από τη στιγμή που η ηγεσία την κάνει γυριστή, ποιος θα μείνει να αντισταθεί στο μεγάλο πλήθος;
Δεν χρειάζεται να τα ξαναλέμε, έχουν ήδη όλα ειπωθεί. Η ατζέντα του συλλαλητηρίου δεν έριξε παρά μόνο νερό στο μύλο της Ακρας Δεξιάς σε όλες τις εκδοχές της, εξτρεμιστική ή υπερσυντηρητική. Δεν εξυπηρετεί κανέναν εθνικό σκοπό, ό,τι κι αν λένε ή νομίζουν οι οργανωτές του.

Από το νέο κύκλο εθνικιστικής υστερίας, μίσους και αδιαλλαξίας η μόνη κερδισμένη είναι η λέσχη εθνικοφρόνων που βρήκε νομιμοποίηση από τους εκπροσώπους της καθιερωμένης Κεντροδεξιάς σε μια στιγμή μάλιστα που η ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδας είχε πάρει αποστάσεις. Τελικά φαίνεται πως αυτό που συνδέει το σύνολο της δεξιάς πλευράς του πολιτικού φάσματος δεν είναι τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία και η δημοκρατία. Ο ελάχιστος δεξιός παρονομαστής είναι η εθνικοφροσύνη.

* Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας